Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

2612676

Το διαστημόπλοιο προχωρούσε ακυβέρνητο μέσα στο παγωμένο διαγαλαξιακό χάος. Ο πλοηγός κοιμόταν μέσα στην κάψουλα, σε ένα βαθύ ύπνο συντήρησης των ζωτικών του λειτουργιών. Ο χρόνος είχε χάσει τη σημασία του, αν και στο πάνελ του κυβερνήτη η οθόνη ανέφερε ως ημερομηνία την 26 Γενάρη του 2676.
Αυτός ο ύπνος έμοιαζε με θάνατο. Ένας ύπνος χωρίς όνειρα, χωρίς συναισθήματα, χωρίς προσμονή. Και όμως, κάτω από τα βλέφαρα του πλοηγού σαν κάτι να τρεμόπαιζε, σα να σπαρταρούσε ένα ίχνος ζωής. Όλα γύρω του παρέμεναν ακίνητα και σκοτεινά. Οι αντανακλάσεις των φωτεινών οργάνων του πιλοτηρίου, ήταν οι μόνες ενδείξεις λειτουργίας του σκάφους, που έσχιζε το κενό και μετατόπιζε τον εαυτό του μέσα στο χωροχρόνο.
Προορισμός δεν υπήρχε. Επρόκειτο για σκάφος διαφυγής με απροσδιόριστες συντεταγμένες και τυχαία κριτήρια πορείας που συνέκλιναν σε ένα ζητούμενο: ταχεία και ασφαλής απομάκρυνση από το σημείο υψηλού κινδύνου. Ο όρος τυχαία δεν σήμαινε απαραίτητα και απρόβλεπτα. Ένα πλήθος διαφορετικών σεναρίων κατεύθυνσης, ταχύτητας και διαχείρισης της ενέργειας, από τα οποία ο υπολογιστής επέλεγε το πιο ορθολογικό, δημιουργούνταν κάθε φορά που κάποιο από τα δεδομένα του ταξιδιού άλλαζε. Έτσι το σκάφος προσαρμόζονταν στις όποιες συνθήκες σαν ένας ζωντανός οργανισμός, αντιδρώντας στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος σε πραγματικό χρόνο.
To ατύχημα είχε συμβεί πριν από 28 χρόνια και 117 ημέρες. Το 92 τοις εκατό του πληρώματος είχε χαθεί εκείνη τη μέρα και όσοι πρόλαβαν να διαφύγουν μεταβιβάστηκαν στα ειδικά, ατομικά σκάφη μόλις και μετά βίας, τα τελευταία λεπτά πριν την έκρηξη. Εκτοξεύθηκαν προς το άγνωστο σαν καρυδότσουφλα σε ωκεανό, ενεργοποιώντας τους αυτόματους πιλότους, με την είσοδο τους, και πλέοντας ναρκωμένοι και αδρανείς στην αχαρτογράφητη αυτή πλευρά του σύμπαντος, σε άγνωστη κατεύθυνση.
Ο πλοηγός ήταν τότε 32 χρονών και 64 ημερών. Είχε περάσει τη μισή ζωή του μέσα στην κάψουλα, συνδεδεμένος με την τεχνητή νοημοσύνη ενός υπολογιστή και συντηρούμενος από ένα μίγμα πρωτεϊνών και αμινοξέων που του παρείχε ένα καλώδιο- ομφάλιος λώρος. Έξω Κενό. Πουθενά κάποιο δείγμα ζωής. Κρύοι και αφιλόξενοι κόσμοι, πολύ μακριά από τις μητροπόλεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Πολύ μακριά από οτιδήποτε οικείο.
Ο πλοηγός είχε γεννηθεί στον τομέα τέσσερα του ιδρύματος αναπαραγωγής, στη δεξαμενή κλωνοποίησης, μετά από προσεκτική επιλογή δείγματος DNA, από την τράπεζα ανθρώπινου δυναμικού του οργανισμού διαστημικών αποστολών. Γεννήθηκε και εκπαιδεύτηκε με μια συγκεκριμένη εξειδίκευση, για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Οι αποστολές στις οποίες μετείχε ήταν εξερευνητικές και το σενάριο ενός πιθανού ατυχήματος και εγκατάλειψης του σκάφους ήταν μέσα στα πλάνα της εκπαιδευτικής προετοιμασίας. Η ψυχραιμία λοιπόν που επεδείκνυαν τα πληρώματα σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν σχεδόν εξωανθρώπινη. Το φάσμα του θανάτου ήταν απλά ένα στατιστικό ενδεχόμενο.
Τρεις λέξεις ήταν εντελώς άγνωστες στο λεξιλόγιο του πολιτισμού, στον οποίο ανήκε ο πλοηγός. Οι λέξεις: «εγώ», «γιατί» και «θέλω». Η συνείδηση που ανέπτυσσαν οι κλώνοι, οι οποίοι αποτελούσαν το 98 τοις εκατό του πληθυσμού, δεν είχε κανένα ατομικό ζητούμενο, καμία ουσιαστική διαφοροποίηση, καμία εσωτερική αναζήτηση. Ήταν, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, σαν ένα εγκατεστημένο λογισμικό πρόγραμμα, σε έναν υπερυπολογιστή που ονομάζεται ανθρώπινος εγκέφαλος. Όλα και όλοι συνδέονταν με μια κοινή τράπεζα πληροφοριών, τηλεπαθητικής αναφοράς. Η εξέλιξη του είδους τα τελευταία εξακόσια χρόνια, μέσα από γενετικές τροποποιήσεις, είχε επιτρέψει την εκμετάλλευση ενός αρκετά μεγάλου μέρους των νοητικών δυνατοτήτων των επιγόνων. Έτσι κατέστη εφικτή η δημιουργία μιας συλλογικής υπεροντότητας, ενός φορέα ανθρώπινων παραστάσεων, σκέψεων και συναισθημάτων, σε άμεση επικοινωνία με το ανθρώπινο υποσυνείδητο: Το Όλον.
Η αρχαία σωκρατική φιλοσοφία είχε αποκτήσει μια προέκταση των απειράριθμων εκδοχών της ανά τους αιώνες, στο μακρινό μέλλον, χάρη στην τεχνολογική πρόοδο του ανθρώπινου είδους κι όχι τόσο χάρη στις πνευματικές του παρακαταθήκες. Ίσως ο Σωκράτης και ο μαθητής του, ο Πλάτωνας, να μην φαντάστηκαν μια τόσο απτή θεωρία των Ιδεών, απογυμνωμένη από κάθε μεταφυσική επένδυση και βασισμένη στην πεζή τεχνοκρατία, αλλά ευτυχώς δεν έζησαν για να το μάθουν.
Κάποτε ο πλοηγός ξύπνησε. Δεν κατάλαβε ποτέ γιατί. Είχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια από επάνω του. Σχεδόν δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Όλοι του οι σύντροφοι είχαν χαθεί σε ανεξερεύνητα μήκη και πλάτη. Δεν μπορούσε να νιώσει όμως ούτε θλίψη ούτε και χαρά. Η αποστολή του είχε ολοκληρωθεί. Οι πληροφορίες που συγκέντρωσε το σκάφος του θα αξιοποιούνταν από άλλους, αρμόδιους και ειδικούς. Όμως για αυτόν ήταν αργά. Το μόνο που θα έμενε από το πέρασμα του, θα ήταν ένας κωδικός διαγραφής από το αρχείο της τράπεζας δυναμικού, μια αναλαμπή και ένα αθέλητο ταξίδι.